μετακόμιση


μετακόμιση
[мэтакомиси] ουσ. Θ. перемещение, переселение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μετακόμιση" в других словарях:

  • μετακόμιση — η 1. μεταφορά από ένα μέρος σε άλλο: Το ύφασμα του καναπέ σκίστηκε κατά τη μετακόμισή του στο νέο διαμέρισμα. 2. αλλαγή κατοικίας ή τόπου κατοικίας: Η μετακόμιση θα γίνει στην αρχή του καλοκαιριού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μετακόμιση — η (ΑM μετακόμισις) [μετακομίζω] μεταφορά πραγμάτων νεοελλ. αλλαγή κατοικίας, μετοίκηση …   Dictionary of Greek

  • μετακομίσῃ — μετακομίσηι , μετακόμισις transporting fem dat sg (epic) μετακομίζω transport aor subj mid 2nd sg μετακομίζω transport aor subj act 3rd sg μετακομίζω transport fut ind mid 2nd sg μετακομίζω transport aor subj mid 2nd sg μετακομίζω transport aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετακομίσηι — μετακόμισις transporting fem dat sg (epic) μετακομίσῃ , μετακομίζω transport aor subj mid 2nd sg μετακομίσῃ , μετακομίζω transport aor subj act 3rd sg μετακομίσῃ , μετακομίζω transport fut ind mid 2nd sg μετακομίσῃ , μετακομίζω transport aor subj …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετακομιστικός — ή, ό (Α μετακομιστικός, ή, όν [μετακομίζω] αυτός που κάνει μετακόμιση, μεταφορά φορτίου νεοελλ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα μετακομιστικά η δαπάνη που απαιτείται για τη μετακόμιση …   Dictionary of Greek

  • αγωγή — I Η εξελικτική διαμόρφωση της προσωπικότητας του ανθρώπου, μέσω της επίδρασης που ασκεί το φυσικό και κυρίως κοινωνικό περιβάλλον πάνω στις βιολογικές καταβολές του ατόμου. Συνεπώς, η α., όσο και η ίδια η ζωή του ανθρώπου, υπογραμμίζει την… …   Dictionary of Greek

  • αποσκευή — η (ΑΜ ἀποσκευή) συνήθ. στον πληθ. βαλίτσες, δέματα κ.λπ. που περιέχουν τα αναγκαία για ταξίδι αρχ. 1. μετακόμιση, μεταφορά 2. οικιακά σκεύη 3. ακαθαρσία, αποπάτημα …   Dictionary of Greek

  • διακομιδή — η (Α διακομιδή) [διακομίζω] μεταφορά, διακόμιση, μετακόμιση νεοελλ. φρ. «διακομιδή τραυματιών» η μεταφορά τραυματιών από την πρώτη γραμμή στα μετόπισθεν …   Dictionary of Greek

  • διοίκισις — διοίκισις, η (Α) [διοικίζω] μετοίκηση, μετακόμιση …   Dictionary of Greek

  • θεωρίς — θεωρίς, ίδος, ἡ (Α) [θεωρός] 1. το πλοίο που ανήκε στην ιερά πομπή και χρησιμοποιούνταν για την αποστολή τών θεωρών ή για μετακόμιση και παραλαβή προσώπων και χρημάτων που ανήκαν στην υπηρεσία τής πόλεως 2. το πορθμείο τού Χάρωνος 3. στον πληθ.… …   Dictionary of Greek